Προσφορά βοήθειας, ναι, αλλά με ποιόν τρόπο;

Πολλές φορές οι άνθρωποι ρωτούν τους ψυχοθεραπευτές αν τα περιστατικά που θεραπεύουν τους επηρεάζουν ψυχικά και αν ΄΄κουβαλούν΄΄ αυτό το ΄΄βάρος΄΄ στην προσωπική τους ζωή.  Η ψυχική κόπωση αποτελεί πάντα εν δυνάμει απειλή για όλους εμάς που σκύβουμε πάνω στο πρόβλημα του εκάστοτε ασθενούς. Ευτυχώς όμως υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας που ο θεραπευτής διαθέτει χάρη στην εκπαίδευσή του ώστε να προλαμβάνει και να διαχειρίζεται αποτελεσματικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Τι γίνεται όμως με το βάρος που νιώθουν να επωμίζονται οι άνθρωποι στις καθημερινές τους συναναστροφές όταν καλούνται να βοηθήσουν, να στηρίξουν, να παρηγορήσουν συνανθρώπους με σοβαρά προβλήματα;

Άπειρα είναι τα παραδείγματα από την καθημερινή ζωή. Ποιος από μας δεν κλήθηκε να στηρίξει ένα μέλος της οικογένειας, έναν φίλο, έναν σύντροφο, έναν γνωστό σε μια στιγμή ανάγκης ή ακόμα και για μεγάλο διάστημα; Μερικοί άνθρωποι είναι ικανοί να παράσχουν ψυχολογική στήριξη χωρίς να νιώσουν ότι σηκώνουν ένα βαρύ φορτίο. Αντίθετα πολλοί είναι εκείνοι που δυστυχώς ταυτίζονται με το πρόβλημα του άλλου, το υιοθετούν και υποφέρουν μαζί του. Όχι μόνο αυτό, αλλά προσπαθούν να παίξουν και το ρόλο του ψυχοθεραπευτή. Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο βοήθεια δεν προσφέρουν, αν και έχουν τις καλύτερες προθέσεις, αλλά κάνουν κακό στον άλλο και στον εαυτό τους, υπονομεύοντας ταυτόχρονα τη σχέση τους με τον άνθρωπο αυτό.

Όταν προσπαθούμε διαρκώς να δώσουμε λύσεις στα προβλήματα του άλλου και τα βιώνουμε σαν να ήταν δικά μας αναλαμβάνουμε το βάρος μιας ευθύνης που δεν μας αναλογεί. Φορτιζόμαστε συναισθηματικά ξοδεύοντας πολλή ενέργεια, οικειοποιούμαστε συμπεριφορές και αντιλήψεις που δεν είναι δικές μας, χάνουμε την αντικειμενικότητά μας. Το να μπαίνεις στη θέση του άλλου, να προσπαθείς δηλαδή να δεις το πρόβλημα μέσα από τα δικά του μάτια (empathy) είναι διαφορετικό από το να κάνεις το πρόβλημα δικό σου (sympathy). Το πρώτο είναι μια υγιής και λειτουργική προσέγγιση που μπορεί πραγματικά να βοηθήσει ενώ το δεύτερο περιπλέκει τα πράγματα και σαμποτάρει τελικά αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε.

Οι θεραπευτές έρχονται συνεχώς σε επαφή με περιστατικά γενικευμένου άγχος, φοβίες, καταθλιπτική συμπτωματολογία και σωματικές εκδηλώσεις όπως αίσθημα κόπωσης, ιλίγγους, γαστρεντερικές διαταραχές, βάρος στον αυχένα και τη σπονδυλική στήλη, διαταραχές ύπνου και όρεξης. Από το ιστορικό προκύπτει πολλές φορές ότι οι άνθρωποι αυτοί οικειοποιούνται αλλότρια προβλήματα ορμώμενοι από μια έντονη εσωτερική πίεση να προσφέρουν, να φροντίσουν, να δώσουν λύσεις στα προβλήματα των άλλων σε βαθμό που υπονομεύει την προσωπική τους γαλήνη (δεν θα επεκταθώ στην ψυχοδυναμική ανάλυση της έννοιας του αλτρουϊσμού και των δυνάμει βαθύτερων κινήτρων, κάτι τέτοιο δεν θα προσέφερε αυτή τη στιγμή κάτι παρά μόνο στο πλαίσιο προσωπικής ψυχοθεραπείας).

Στις ανθρώπινες σχέσεις είναι καλό να υπάρχουν όρια και ο καθένας μας να αντιλαμβάνεται το ρόλο του σε κάθε κατάσταση. Έτσι δεν επέρχεται σύγχυση, οι άνθρωποι δεν ζητούν από μας πιο πολλά από αυτά που μπορούμε να τους δώσουμε και δεν απογοητεύονται όταν δεν τα λάβουν. Για παράδειγμα, αν ένας καλός φίλος αντιμετωπίζει οικογενειακά προβλήματα θα είμαστε δίπλα του, θα τον αφήσουμε να εκφράσει τα συναισθήματά του, θα του προσφέρουμε την παρουσία και την αγάπη μας και θα προσπαθήσουμε να τον ενθαρρύνουμε. Αυτό είναι το φυσιολογικό, το μεγαλείο της συμπαράστασης, ένα από τα πιο σπουδαία και ευγενικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου είδους. Αν σε ένα ζευγάρι ο ένας σύντροφος παρουσιάσει, για παράδειγμα, πρόβλημα αλκοολισμού και σημάδια κατάθλιψης θα πρέπει φυσικά ο άλλος να είναι δίπλα του και να τον στηρίξει. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις μιλάμε για συμπαράσταση και όχι για υιοθέτηση του προβλήματος. Αν κάποιος προσπαθήσει να μπει στο ρόλο του θεραπευτή χωρίς να είναι, επωμίζεται ευθύνες που δεν του αναλογούν, δεν έχει τη γνώση και τα εργαλεία για να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια και ρισκάρει να φορτιστεί υπερβολικά, να παρερμηνεύσει πράγματα, να εμπλακεί σε δυναμικές που δεν μπορεί να χειριστεί, με συνέπεια όχι μόνο να μην προσφέρει βοήθεια αλλά να κάνει και κακό. Θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τα όριά μας και να αφήνουμε τη θεραπεία και την καθοδήγηση σε εκείνους που έχουν εκπαιδευτεί για αυτό.

Η απαιτητική εποχή μας επιβάλλει περισσότερο από ποτέ να κρατάμε ισορροπίες στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας τόσο για τη δική μας οικονομία δυνάμεων όσο και για το καλό των άλλων. Όταν συνειδητοποιούμε και υπηρετούμε με υπευθυνότητα και σεβασμό τους κοινωνικούς μας ρόλους (ως σύντροφοι, γονείς, φίλοι, συνεργάτες…), είναι βέβαιο ότι θα αντλούμε δύναμη και ευχαρίστηση.

Δήμητρα Πρεσβεία

Ιατρός-Life Coach